Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπιστευμένος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παράγωγη σημασίαπου έχει διοριστεί διπλωματικός αντιπρόσωπος σε ξένο κράτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπιστευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαπιστεύω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαπιστευμένη / διαπιστευμένος / διαπιστευμένοδιαπιστευμένες / διαπιστευμένοι / διαπιστευμένα
Γενικήδιαπιστευμένης / διαπιστευμένου / διαπιστευμένουδιαπιστευμένων / διαπιστευμένων / διαπιστευμένων
Αιτιατικήδιαπιστευμένη / διαπιστευμένο / διαπιστευμένοδιαπιστευμένες / διαπιστευμένους / διαπιστευμένα
Κλητικήδιαπιστευμένη / διαπιστευμένε / διαπιστευμένοδιαπιστευμένες / διαπιστευμένοι / διαπιστευμένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διαπιστευμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που η ισχύς του έχει επιβεβαιωθεί βάσει αξιόπιστων κριτηρίων (πχ επιστημονικών) ή/και που η ισχύς του αναγνωρίζεται κι ενίοτε εγγυάται από κάποια αρχή Βικιλεξικό
    • Όποιος τελεί την πράξη του προηγούμενου άρθρου εναντίον πρεσβευτή διαπιστευμένου στην ελληνική πολιτεία ή άλλου διπλωματικού αντιπροσώπου κατά τον χρόνο παραμονής του στην Ελλάδα, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη. (Νόμος_4619/2019, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα, Ελληνική Δημοκρατία)

Ετυμολογία

διαπιστευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαπιστεύω

Άλλοι τύποι

διαπιστευμέναδιαπιστευμένεδιαπιστευμένεςδιαπιστευμένηδιαπιστευμένηςδιαπιστευμένοδιαπιστευμένοιδιαπιστευμένοςδιαπιστευμένουδιαπιστευμένουςδιαπιστευμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →