Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπλεκόμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που διαπλέκεται, που είναι έμμεσα ή ύποπτα συχνά και παράνομα συνδεδεμένος με άλλους (λέξη με αρνητική χροιά) Βικιλεξικό
    • διαπλεκόμενα συμφέροντα
    • Το πολιτικό σύστημα που οδήγησε την Ελλάδα στον γκρεμό, όμως, δεν έχει ούτε την ηθική ούτε την πολιτική αξιοπιστία να παίξει τέτοιο ρόλο. Ακόμα κι αν παραβλέψουμε την κρίσιμη παράμετρο της αξιοπιστίας, τα γεγονότα έχουν αποδείξει ότι δεν έχει ούτε την πολιτική-επιχειρησιακή ικανότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το πολιτικό προσωπικό. Είναι συνολικά η διαπλεκόμενη άρχουσα τάξη, η οποία, με τις ευλογίες του πολιτικού συστήματος, ιδιοποιήθηκε τη μερίδα του λέοντος από τον πλούτο που σήμερα καταγράφεται ως γιγαντιαίο δημόσιο χρέος.

Ετυμολογία

διαπλεκόμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαπλέκω

Άλλοι τύποι

διαπλεκόμεναδιαπλεκόμενεδιαπλεκόμενεςδιαπλεκόμενηδιαπλεκόμενηςδιαπλεκόμενοδιαπλεκόμενοιδιαπλεκόμενοςδιαπλεκόμενουδιαπλεκόμενουςδιαπλεκόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →