διαπνέω
•
- διαπερνώ κάτι με φύσημα, φυσώντας Βικιλεξικό
- αναπνέω από τους δερματικούς πόρους Βικιλεξικό
- βοτανικήαποβάλλω νερό ή υδρατμούς από τα φύλλα Βικιλεξικό
- Στη φάρμα του Μιγιάγκι, όμως, ακόμα και το νερό που διαπνέουν τα φύλλα των φυτών συλλέγεται και ανακυκλώνεται. (*)
- εμπνέω, παρακινώ Βικιλεξικό
- παθητική φωνήδιαπνέομαι: επηρεάζομαι, χαρακτηρίζομαι, με διακατέχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπνέω < αρχαία ελληνική διαπνέω < διά + πνέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαπνέω | διαπνέεις | διαπνέει | διαπνέουμε | διαπνέετε | διαπνέουν / διαπνέουνε |
| Παρατατικός | διέπνεα | διέπνεες | διέπνεε | διαπνέαμε | διαπνέατε | διέπνεαν / διαπνέαν / διαπνέανε |
| Αόριστος | διέπνευσα | διέπνευσες | διέπνευσε | διαπνεύσαμε | διαπνεύσατε | διέπνευσαν / διαπνεύσαν / διαπνεύσανε |
| Μέλλοντας | θα διαπνέω / θα διαπνεύσω | θα διαπνέεις / θα διαπνεύσεις | θα διαπνέει / θα διαπνεύσει | θα διαπνέουμε / θα διαπνεύσουμε | θα διαπνέετε / θα διαπνεύσετε | θα διαπνέουν / θα διαπνέουνε / θα διαπνεύσουν / θα διαπνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαπνεύσει | έχεις διαπνεύσει | έχει διαπνεύσει | έχουμε διαπνεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαπνεύσει | είχες διαπνεύσει | είχε διαπνεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαπνεύσει / να διαπνέω / να διαπνεύσω | να έχεις διαπνεύσει / να διαπνέεις / να διαπνεύσεις | να έχει διαπνεύσει / να διαπνέει / να διαπνεύσει | να έχουμε διαπνεύσει / να διαπνέουμε / να διαπνεύσουμε | να διαπνέετε / να διαπνεύσετε | να διαπνέουν / να διαπνέουνε / να διαπνεύσουν / να διαπνεύσουνε |
| Προστακτική | — | διάπνεε / διάπνευσε | — | — | διαπνέετε / διαπνεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →