Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπνέω

ρήμα
•
  1. διαπερνώ κάτι με φύσημα, φυσώντας Βικιλεξικό
  2. αναπνέω από τους δερματικούς πόρους Βικιλεξικό
  3. βοτανικήαποβάλλω νερό ή υδρατμούς από τα φύλλα Βικιλεξικό
    • Στη φάρμα του Μιγιάγκι, όμως, ακόμα και το νερό που διαπνέουν τα φύλλα των φυτών συλλέγεται και ανακυκλώνεται. (*)
  4. εμπνέω, παρακινώ Βικιλεξικό
  5. παθητική φωνήδιαπνέομαι: επηρεάζομαι, χαρακτηρίζομαι, με διακατέχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπνέω < αρχαία ελληνική διαπνέω < διά + πνέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαπνέωδιαπνέειςδιαπνέειδιαπνέουμεδιαπνέετεδιαπνέουν / διαπνέουνε
Παρατατικόςδιέπνεαδιέπνεεςδιέπνεεδιαπνέαμεδιαπνέατεδιέπνεαν / διαπνέαν / διαπνέανε
Αόριστοςδιέπνευσαδιέπνευσεςδιέπνευσεδιαπνεύσαμεδιαπνεύσατεδιέπνευσαν / διαπνεύσαν / διαπνεύσανε
Μέλλονταςθα διαπνέω / θα διαπνεύσωθα διαπνέεις / θα διαπνεύσειςθα διαπνέει / θα διαπνεύσειθα διαπνέουμε / θα διαπνεύσουμεθα διαπνέετε / θα διαπνεύσετεθα διαπνέουν / θα διαπνέουνε / θα διαπνεύσουν / θα διαπνεύσουνε
Παρακείμενοςέχω διαπνεύσειέχεις διαπνεύσειέχει διαπνεύσειέχουμε διαπνεύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα διαπνεύσειείχες διαπνεύσειείχε διαπνεύσει———
Υποτακτικήνα έχω διαπνεύσει / να διαπνέω / να διαπνεύσωνα έχεις διαπνεύσει / να διαπνέεις / να διαπνεύσειςνα έχει διαπνεύσει / να διαπνέει / να διαπνεύσεινα έχουμε διαπνεύσει / να διαπνέουμε / να διαπνεύσουμενα διαπνέετε / να διαπνεύσετενα διαπνέουν / να διαπνέουνε / να διαπνεύσουν / να διαπνεύσουνε
Προστακτική—διάπνεε / διάπνευσε——διαπνέετε / διαπνεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →