Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπολιτισμικότητα

/ði̯a.po.li.ti.zmiˈko.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κοινωνιολογίαη αλληλεπίδραση, επικοινωνία και συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες μέσα σε μία πλουραλιστική και πολυπολιτισμική κοινωνία Βικιλεξικό
    • Ο Hohmann διαχωρίζει τους όρους «πολυπολιτισμικότητα» (Multiculturalism) και «διαπολιτισμικότητα» χαρακτηρίζοντας με τον πρώτο, την υπάρχουσα κατάσταση, δηλαδή «το τι είναι», και εκφράζοντας με το δεύτερο «το τι θα έπρεπε να είναι». Ο Μ. Δαμανάκης έρχεται να τονίσει ότι «η πολυπολιτισμικότητα είναι το δεδομένο και η διαπολιτισμικότητα το ζητούμενο. Η διαπολιτισμικότητα προϋποθέτει την πολυπολιτισμικότητα , αλλά δεν απορρέει αυτόματα από αυτήν». Κατά συνέπεια προκύπτει ότι οι δύο επίμαχοι όροι δεν είναι ούτε συνώνυμοι αλλά ούτε ταυτόσημοι.

Ετυμολογία

διαπολιτισμικότητα < δια- + πολιτισμικότητα, (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική interculturalism)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαπολιτισμικότηταδιαπολιτισμικότητες
Γενικήδιαπολιτισμικότηταςδιαπολιτισμικοτήτων
Αιτιατικήδιαπολιτισμικότηταδιαπολιτισμικότητες
Κλητικήδιαπολιτισμικότηταδιαπολιτισμικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →