Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαπροσωπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά τις σχέσεις δύο ή περισσότερων προσώπων/ατόμων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαπροσωπικός < δια- + προσωπικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαπροσωπικόςδιαπροσωπικήδιαπροσωπικό
Γενικήδιαπροσωπικούδιαπροσωπικήςδιαπροσωπικού
Αιτιατικήδιαπροσωπικόδιαπροσωπικήδιαπροσωπικό
Κλητικήδιαπροσωπικέδιαπροσωπικήδιαπροσωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαπροσωπικοίδιαπροσωπικέςδιαπροσωπικά
Γενικήδιαπροσωπικώνδιαπροσωπικώνδιαπροσωπικών
Αιτιατικήδιαπροσωπικούςδιαπροσωπικέςδιαπροσωπικά
Κλητικήδιαπροσωπικοίδιαπροσωπικέςδιαπροσωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →