διαπροσωπικός
•
- που αφορά τις σχέσεις δύο ή περισσότερων προσώπων/ατόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαπροσωπικός < δια- + προσωπικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπροσωπικός | διαπροσωπική | διαπροσωπικό |
| Γενική | διαπροσωπικού | διαπροσωπικής | διαπροσωπικού |
| Αιτιατική | διαπροσωπικό | διαπροσωπική | διαπροσωπικό |
| Κλητική | διαπροσωπικέ | διαπροσωπική | διαπροσωπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπροσωπικοί | διαπροσωπικές | διαπροσωπικά |
| Γενική | διαπροσωπικών | διαπροσωπικών | διαπροσωπικών |
| Αιτιατική | διαπροσωπικούς | διαπροσωπικές | διαπροσωπικά |
| Κλητική | διαπροσωπικοί | διαπροσωπικές | διαπροσωπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →