διαπρύσιος
•
- λόγιοδιαπεραστικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάένθερμος, που υποστηρίζει ή διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό Βικιλεξικό
- Σύμβολο αναφοράς των Ελλήνων της ευρωπαϊκής διασποράς και διαπρύσιος υποστηρικτής της διάσωσης της κλασικής ελληνικής κληρονομιάς από την τουρκική επέκταση, προώθησε τις ελληνικές σπουδές και τους Έλληνες λογίους στις έδρες των σχολών (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες: Τετράδια Πατριδογνωσίας, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012, @books.google)
Ετυμολογία
διαπρύσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαπρύσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπρύσιος | διαπρύσια | διαπρύσιο |
| Γενική | διαπρύσιου | διαπρύσιας | διαπρύσιου |
| Αιτιατική | διαπρύσιο | διαπρύσια | διαπρύσιο |
| Κλητική | διαπρύσιε | διαπρύσια | διαπρύσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαπρύσιοι | διαπρύσιες | διαπρύσια |
| Γενική | διαπρύσιων | διαπρύσιων | διαπρύσιων |
| Αιτιατική | διαπρύσιους | διαπρύσιες | διαπρύσια |
| Κλητική | διαπρύσιοι | διαπρύσιες | διαπρύσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →