διαρθρωτικός
•
- που έχει σχέση με τη διάρθρωση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)
- Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)
Ετυμολογία
διαρθρωτικός < ελληνιστική κοινή διαρθρωτικός < αρχαία ελληνική διαρθρόω + -τικός < διά (δι-) + ἀρθρόω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρθρωτικός | διαρθρωτική | διαρθρωτικό |
| Γενική | διαρθρωτικού | διαρθρωτικής | διαρθρωτικού |
| Αιτιατική | διαρθρωτικό | διαρθρωτική | διαρθρωτικό |
| Κλητική | διαρθρωτικέ | διαρθρωτική | διαρθρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρθρωτικοί | διαρθρωτικές | διαρθρωτικά |
| Γενική | διαρθρωτικών | διαρθρωτικών | διαρθρωτικών |
| Αιτιατική | διαρθρωτικούς | διαρθρωτικές | διαρθρωτικά |
| Κλητική | διαρθρωτικοί | διαρθρωτικές | διαρθρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →