Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαρθρωτικός

/ði.aɾ.θɾo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διάρθρωση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)
    • Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)

Ετυμολογία

διαρθρωτικός < ελληνιστική κοινή διαρθρωτικός < αρχαία ελληνική διαρθρόω + -τικός < διά (δι-) + ἀρθρόω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρθρωτικόςδιαρθρωτικήδιαρθρωτικό
Γενικήδιαρθρωτικούδιαρθρωτικήςδιαρθρωτικού
Αιτιατικήδιαρθρωτικόδιαρθρωτικήδιαρθρωτικό
Κλητικήδιαρθρωτικέδιαρθρωτικήδιαρθρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρθρωτικοίδιαρθρωτικέςδιαρθρωτικά
Γενικήδιαρθρωτικώνδιαρθρωτικώνδιαρθρωτικών
Αιτιατικήδιαρθρωτικούςδιαρθρωτικέςδιαρθρωτικά
Κλητικήδιαρθρωτικοίδιαρθρωτικέςδιαρθρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →