διαρρηκτικός
•
- που έχει σχέση με διάρρηξη ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρρηκτικός < διαρρήκτης + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρρηκτικός | διαρρηκτική | διαρρηκτικό |
| Γενική | διαρρηκτικού | διαρρηκτικής | διαρρηκτικού |
| Αιτιατική | διαρρηκτικό | διαρρηκτική | διαρρηκτικό |
| Κλητική | διαρρηκτικέ | διαρρηκτική | διαρρηκτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρρηκτικοί | διαρρηκτικές | διαρρηκτικά |
| Γενική | διαρρηκτικών | διαρρηκτικών | διαρρηκτικών |
| Αιτιατική | διαρρηκτικούς | διαρρηκτικές | διαρρηκτικά |
| Κλητική | διαρρηκτικοί | διαρρηκτικές | διαρρηκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →