Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαρρηκτικός

/ði.a.ɾi.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με διάρρηξη ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαρρηκτικός < διαρρήκτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρρηκτικόςδιαρρηκτικήδιαρρηκτικό
Γενικήδιαρρηκτικούδιαρρηκτικήςδιαρρηκτικού
Αιτιατικήδιαρρηκτικόδιαρρηκτικήδιαρρηκτικό
Κλητικήδιαρρηκτικέδιαρρηκτικήδιαρρηκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαρρηκτικοίδιαρρηκτικέςδιαρρηκτικά
Γενικήδιαρρηκτικώνδιαρρηκτικώνδιαρρηκτικών
Αιτιατικήδιαρρηκτικούςδιαρρηκτικέςδιαρρηκτικά
Κλητικήδιαρρηκτικοίδιαρρηκτικέςδιαρρηκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →