διαρχικός
•
- που έχει σχέση με τη διαρχία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαρχικός < διαρχία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρχικός | διαρχική | διαρχικό |
| Γενική | διαρχικού | διαρχικής | διαρχικού |
| Αιτιατική | διαρχικό | διαρχική | διαρχικό |
| Κλητική | διαρχικέ | διαρχική | διαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαρχικοί | διαρχικές | διαρχικά |
| Γενική | διαρχικών | διαρχικών | διαρχικών |
| Αιτιατική | διαρχικούς | διαρχικές | διαρχικά |
| Κλητική | διαρχικοί | διαρχικές | διαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →