Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασάλπιση

/ði̯aˈsal.pi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα ή ενέργεια του διασαλπίζω Βικιλεξικό
    • Το λεύκωμα κατέστρωσε μια παρέα από νέους Ανδριώτες στο τέλος της Κατοχής. Τον τόνο του δίνει σαφώς η αντιστασιακή διάθεση, η διασάλπιση του αιτήματος της ελευθερίας που συνδυάζεται με την εύλογη για τη χρονική στιγμή φιλοπατρία και ελληνολατρία.

Ετυμολογία

διασάλπιση < διασαλπίζω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιασάλπισηδιασαλπίσεις
Γενικήδιασάλπισηςδιασαλπίσεων
Αιτιατικήδιασάλπισηδιασαλπίσεις
Κλητικήδιασάλπισηδιασαλπίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →