διασάλπιση
•
- το αποτέλεσμα ή ενέργεια του διασαλπίζω Βικιλεξικό
- Το λεύκωμα κατέστρωσε μια παρέα από νέους Ανδριώτες στο τέλος της Κατοχής. Τον τόνο του δίνει σαφώς η αντιστασιακή διάθεση, η διασάλπιση του αιτήματος της ελευθερίας που συνδυάζεται με την εύλογη για τη χρονική στιγμή φιλοπατρία και ελληνολατρία.
Ετυμολογία
διασάλπιση < διασαλπίζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασάλπιση | διασαλπίσεις |
| Γενική | διασάλπισης | διασαλπίσεων |
| Αιτιατική | διασάλπιση | διασαλπίσεις |
| Κλητική | διασάλπιση | διασαλπίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →