Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασαφητής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που εκτελωνίζει, ο εκτελωνιστής, το «πρόσωπο που υπογράφει ή επ' ονόματι του οποίου υπογράφεται η διασάφηση την εμπορευμάτων»^((eur-lex.europa.eu, 2003)) Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: διασαφιστής (< διασαφίζω)

Ετυμολογία

διασαφητής < διασάφη(ση) + -τής < διασαφώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιασαφητήςδιασαφητές
Γενικήδιασαφητήδιασαφητών
Αιτιατικήδιασαφητήδιασαφητές
Κλητικήδιασαφητήδιασαφητές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →