διασκεδαστήριο
•
- μέρος όπου κάποιος διασκεδάζει Βικιλεξικό
- Στη συνέχεια του γράμματος ο παππούς άλλαζε απότομα τόνο και έγραφε για κάποιο καφέ σαντάν στην πλατεία Λαυρίου όπου εμφανιζόταν η Γαλλίδα αοιδός Ζαν ντ' Αρά —ο Τζον και ο Λη κατάλαβαν από τα συμφραζόμενα τι ήταν το «καφέ σαντάν»—κι όπου πήγαινε κάθε σαββατόβραδο (προφανώς με την Κλαιρ) για να ακούσει γαλλικά και ιταλικά τραγούδια. Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
διασκεδαστήριο < διασκεδάζω + -τήριο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασκεδαστήριο | διασκεδαστήρια |
| Γενική | διασκεδαστήριου | διασκεδαστήριων |
| Αιτιατική | διασκεδαστήριο | διασκεδαστήρια |
| Κλητική | διασκεδαστήριο | διασκεδαστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →