διασκευή
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκευάζω Βικιλεξικό
- Χτύπησε καλά το σέικερ στο ρυθμό μιας ακόμη φάνκι διασκευής του «Seven Nation Army», περιέχυσε το περιεχόμενο στο ποτήρι... (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
Ετυμολογία
διασκευή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασκευή < δια- + αρχαία ελληνική σκευή (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrangement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασκευή | διασκευές |
| Γενική | διασκευής | διασκευών |
| Αιτιατική | διασκευή | διασκευές |
| Κλητική | διασκευή | διασκευές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →