διασκορπίζομαι
•
- σκορπίζομαι σε διάφορα σημεία Βικιλεξικό
- Οι συγκεντρωμένοι διασκορπίστηκαν όταν άρχισαν τα δακρυγόνα
- αραιώνω και το πρόβλημα που είχα δημιουργήσει δεν υφίσταται πλέον Βικιλεξικό
- Η κάπνα διασκορπίστηκε και μπορέσαμε να πάρουμε μια ανάσα
- σκορπίζομαι και δημιουργώ μεγαλύτερο πρόβλημα Βικιλεξικό
- Το δηλητηριώδες αέριο διασκορπίστηκε μέσα από τους αγωγούς του κλιματισμού και έφτασε σε όλους τους χώρους του μετρό
- διασκορπίζονται τα μικρόβια, οι ιοί
Ετυμολογία
διασκορπίζομαι < παθητική φωνή του ρήματος διασκορπίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασκορπίζομαι | διασκορπίζεσαι | διασκορπίζεται | διασκορπιζόμαστε | διασκορπίζεστε | διασκορπίζονται |
| Παρατατικός | διασκορπιζόμουν / διασκορπιζόμουνα | διασκορπιζόσουν / διασκορπιζόσουνα | διασκορπιζόταν / διασκορπιζότανε | διασκορπιζόμασταν / διασκορπιζόμαστε | διασκορπιζόσασταν / διασκορπιζόσαστε | διασκορπίζονταν / διασκορπιζόντουσαν |
| Αόριστος | διασκορπίστηκα | διασκορπίστηκες | διασκορπίστηκε | διασκορπιστήκαμε | διασκορπιστήκατε | διασκορπίστηκαν / διασκορπιστήκαν / διασκορπιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα διασκορπίζομαι / θα διασκορπιστώ | θα διασκορπίζεσαι / θα διασκορπιστείς | θα διασκορπίζεται / θα διασκορπιστεί | θα διασκορπιζόμαστε / θα διασκορπιστούμε | θα διασκορπίζεστε / θα διασκορπιστείτε | θα διασκορπίζονται / θα διασκορπιστούν / θα διασκορπιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω διασκορπιστεί | έχεις διασκορπιστεί | έχει διασκορπιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασκορπιστεί | είχες διασκορπιστεί | είχε διασκορπιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασκορπιστεί / να διασκορπίζομαι / να διασκορπιστώ | να έχεις διασκορπιστεί / να διασκορπίζεσαι / να διασκορπιστείς | να έχει διασκορπιστεί / να διασκορπίζεται / να διασκορπιστεί | να διασκορπιζόμαστε / να διασκορπιστούμε | να διασκορπίζεστε / να διασκορπιστείτε | να διασκορπίζονται / να διασκορπιστούν / να διασκορπιστούνε |
| Προστακτική | — | διασκορπίζου / διασκορπίσου | — | — | διασκορπίζεστε / διασκορπιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →