διασκόρπιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασκορπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασκόρπιση < ελληνιστική κοινή διασκόρπισις < διασκορπίζω < διά + σκορπίζω < αρχαία ελληνική σκορπίος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker- (κόβω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασκόρπιση | διασκορπίσεις |
| Γενική | διασκόρπισης | διασκορπίσεων |
| Αιτιατική | διασκόρπιση | διασκορπίσεις |
| Κλητική | διασκόρπιση | διασκορπίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →