διασπαθίζω
•
- κατασπαταλώ, ξοδεύω χωρίς λογικούς περιορισμούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασπαθίζω < διά + σπαθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασπαθίζω | διασπαθίζεις | διασπαθίζει | διασπαθίζουμε | διασπαθίζετε | διασπαθίζουν / διασπαθίζουνε |
| Παρατατικός | διασπάθιζα | διασπάθιζες | διασπάθιζε | διασπαθίζαμε | διασπαθίζατε | διασπάθιζαν / διασπαθίζαν / διασπαθίζανε |
| Αόριστος | διασπάθισα | διασπάθισες | διασπάθισε | διασπαθίσαμε | διασπαθίσατε | διασπάθισαν / διασπαθίσαν / διασπαθίσανε |
| Μέλλοντας | θα διασπαθίζω / θα διασπαθίσω | θα διασπαθίζεις / θα διασπαθίσεις | θα διασπαθίζει / θα διασπαθίσει | θα διασπαθίζουμε / θα διασπαθίσουμε | θα διασπαθίζετε / θα διασπαθίσετε | θα διασπαθίζουν / θα διασπαθίζουνε / θα διασπαθίσουν / θα διασπαθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασπαθίσει | έχεις διασπαθίσει | έχει διασπαθίσει | έχουμε διασπαθίσει | έχετε διασπαθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασπαθίσει | είχες διασπαθίσει | είχε διασπαθίσει | είχαμε διασπαθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασπαθίσει / να διασπαθίζω / να διασπαθίσω | να έχεις διασπαθίσει / να διασπαθίζεις / να διασπαθίσεις | να έχει διασπαθίσει / να διασπαθίζει / να διασπαθίσει | να έχουμε διασπαθίσει / να διασπαθίζουμε / να διασπαθίσουμε | να έχετε διασπαθίσει / να διασπαθίζετε / να διασπαθίσετε | να διασπαθίζουν / να διασπαθίζουνε / να διασπαθίσουν / να διασπαθίσουνε |
| Προστακτική | — | διασπάθιζε / διασπάθισε | — | — | διασπαθίζετε / διασπαθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →