διασπαστικός
•
- που σχετίζεται με τη διάσπαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασπαστικός < διάσπαση + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική disruptif)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασπαστικός | διασπαστική | διασπαστικό |
| Γενική | διασπαστικού | διασπαστικής | διασπαστικού |
| Αιτιατική | διασπαστικό | διασπαστική | διασπαστικό |
| Κλητική | διασπαστικέ | διασπαστική | διασπαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασπαστικοί | διασπαστικές | διασπαστικά |
| Γενική | διασπαστικών | διασπαστικών | διασπαστικών |
| Αιτιατική | διασπαστικούς | διασπαστικές | διασπαστικά |
| Κλητική | διασπαστικοί | διασπαστικές | διασπαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →