Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασπαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη διάσπαση, αναφέρεται σ’ αυτή ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασπαστικός < διάσπαση + -τικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική disruptif)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασπαστικόςδιασπαστικήδιασπαστικό
Γενικήδιασπαστικούδιασπαστικήςδιασπαστικού
Αιτιατικήδιασπαστικόδιασπαστικήδιασπαστικό
Κλητικήδιασπαστικέδιασπαστικήδιασπαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασπαστικοίδιασπαστικέςδιασπαστικά
Γενικήδιασπαστικώνδιασπαστικώνδιασπαστικών
Αιτιατικήδιασπαστικούςδιασπαστικέςδιασπαστικά
Κλητικήδιασπαστικοίδιασπαστικέςδιασπαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →