διασπορά
•
- το σκόρπισμα, δεξιά και αριστερά, διάφορων ομοειδών αντικειμένων, ο διασκορπισμός Βικιλεξικό
- η ύπαρξη διάφορων ομοειδών αντικειμένων σε διάφορες θέσεις Βικιλεξικό
- ειδικότεραη μετανάστευση των ατόμων ενός έθνους σε διάφορες ξένες χώρες Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο σύνολο των ατόμων ενός έθνους που βρίσκονται σε ξένες χώρες, η ομογένεια Βικιλεξικό
- η διάδοση μιας φήμης Βικιλεξικό
- η διάδοση ασθένειας Βικιλεξικό
- Με απόφαση των ιταλικών αρχών, η ιταλική αστυνομία και στρατοχωροφυλακή (καραμπινιέροι) έχουν αρχίσει να διανέμουν τεφροδόχους θανόντων από κορωνοϊό στους οικείους τους, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η διασπορά του ιού. (Κορωνοϊός - Συγκλονιστικά πλάνα: Η Ιταλική αστυνομία μοιράζει τεφροδόχους στις οικογένειες, skai.gr, 14/04/2020 https://www.skai.gr/news/ygeia/koronoios-sygklonistika-plana-i-italiki-astynomia-moirazei-tefrodoxous-stis-oikogeneies)
Ετυμολογία
διασπορά < ελληνιστική κοινή διασπορά ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική dissemination)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασπορά | διασπορές |
| Γενική | διασποράς | διασπορών |
| Αιτιατική | διασπορά | διασπορές |
| Κλητική | διασπορά | διασπορές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →