Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστίζω

/ði.aˈsti.zo/ρήμα
•
  1. γραμματικήτοποθετώ σημεία στίξεως σε κείμενο Βικιλεξικό
  2. γεμίζω κάποιον ή κάτι με στίγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαστίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαστίζω < δια- + στίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδιαστίζωδιαστίζειςδιαστίζειδιαστίζουμεδιαστίζετεδιαστίζουν / διαστίζουνε
Παρατατικόςδιέστιζαδιέστιζεςδιέστιζεδιαστίζαμεδιαστίζατεδιέστιζαν / διαστίζαν / διαστίζανε
Αόριστοςδιέστιξαδιέστιξεςδιέστιξεδιαστίξαμεδιαστίξατεδιέστιξαν / διαστίξαν / διαστίξανε
Μέλλονταςθα διαστίζω / θα διαστίξωθα διαστίζεις / θα διαστίξειςθα διαστίζει / θα διαστίξειθα διαστίζουμε / θα διαστίξουμεθα διαστίζετε / θα διαστίξετεθα διαστίζουν / θα διαστίζουνε / θα διαστίξουν / θα διαστίξουνε
Παρακείμενοςέχω διαστίξειέχεις διαστίξειέχει διαστίξει———
Υπερσυντέλικοςείχα διαστίξειείχες διαστίξειείχε διαστίξει———
Υποτακτικήνα έχω διαστίξει / να διαστίζω / να διαστίξωνα έχεις διαστίξει / να διαστίζεις / να διαστίξειςνα έχει διαστίξει / να διαστίζει / να διαστίξεινα διαστίζουμε / να διαστίξουμενα διαστίζετε / να διαστίξετενα διαστίζουν / να διαστίζουνε / να διαστίξουν / να διαστίξουνε
Προστακτική—έχε διεστιγμένο / διάστιζε / διάστιξε——διαστίζετε / διαστίξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →