Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασταυρωτικός

/ði.a.sta.vɾo.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετιζόμενος με την διασταύρωση ή τον διασταυρωτή Βικιλεξικό
  2. επαληθευτικός, ελεγκτικός Βικιλεξικό
    • διασταυρωτικός έλεγχος
  3. βιολογίαεπιμεικτικός· σχετιζόμενος με την επιμειξία οργανισμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασταυρωτικός < διασταύρω(ση) + -τικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασταυρωτικόςδιασταυρωτικήδιασταυρωτικό
Γενικήδιασταυρωτικούδιασταυρωτικήςδιασταυρωτικού
Αιτιατικήδιασταυρωτικόδιασταυρωτικήδιασταυρωτικό
Κλητικήδιασταυρωτικέδιασταυρωτικήδιασταυρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασταυρωτικοίδιασταυρωτικέςδιασταυρωτικά
Γενικήδιασταυρωτικώνδιασταυρωτικώνδιασταυρωτικών
Αιτιατικήδιασταυρωτικούςδιασταυρωτικέςδιασταυρωτικά
Κλητικήδιασταυρωτικοίδιασταυρωτικέςδιασταυρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →