διασταυρωτικός
•
- σχετιζόμενος με την διασταύρωση ή τον διασταυρωτή Βικιλεξικό
- επαληθευτικός, ελεγκτικός Βικιλεξικό
- διασταυρωτικός έλεγχος
- βιολογίαεπιμεικτικός· σχετιζόμενος με την επιμειξία οργανισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασταυρωτικός < διασταύρω(ση) + -τικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασταυρωτικός | διασταυρωτική | διασταυρωτικό |
| Γενική | διασταυρωτικού | διασταυρωτικής | διασταυρωτικού |
| Αιτιατική | διασταυρωτικό | διασταυρωτική | διασταυρωτικό |
| Κλητική | διασταυρωτικέ | διασταυρωτική | διασταυρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασταυρωτικοί | διασταυρωτικές | διασταυρωτικά |
| Γενική | διασταυρωτικών | διασταυρωτικών | διασταυρωτικών |
| Αιτιατική | διασταυρωτικούς | διασταυρωτικές | διασταυρωτικά |
| Κλητική | διασταυρωτικοί | διασταυρωτικές | διασταυρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →