διασταυρώνω
•
- κυριολεκτικάτοποθετώ σταυρωτά: Βικιλεξικό
- ελέγχω, επαληθεύω, αντιπαραβάλλω Βικιλεξικό
- Σε παρακαλώ, μη δημοσιοποιείς πληροφορίες που δεν έχεις διασταυρώσει πρωτύτερα.
- βιολογίαενώνω ένα είδος με άλλο: Βικιλεξικό
- Διασταυρώνουν σκυλιά για να δημιουργούν καινούργιες ράτσες και το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από τη φυσική διασταύρωση, γιατί η τελευταία παράγει ανθεκτικότερους οργανισμούς
- ενώνω ένα είδος με άλλο: Βικιλεξικό
- Οι πρόγονοι του Homo sapiens διασταυρώνονταν και με άλλα είδη, οπότε αποκτούσαν απογόνους...
- Πολλοί «έξυπνοι», ανάμεσα στους οποίους και κάποιος Φαλμεράγιερ, ισχυρίστηκαν πως η ελληνική φυλή έσβησε κι ότι αυτή διασταυρώθηκε μ' άλλες φυλές, που δεν έχουν τίποτα το κοινό με την αρχαία ελληνική φυλή. Μα ότι κι αν πούνε, αυτό δεν έχει καμία αξία. Την ελληνικότητα μας την αποδείξαμε. Γεγονός είναι ότι η χώρα μας ξεσηκώθηκε και ξαναγένηκε πάλι λεύτερη. (Άρης Βελουχιώτης, Ριζοσπάστης, 1944.10.22.)
Ετυμολογία
διασταυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διασταυρ(ῶ) / διασταυρ(όω) + -ώνω
Άλλοι τύποι
διασταυρούμενοςδιασταυρωμένοςδιασταυρώθηκαδιασταυρώνομαιδιασταύρωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →