Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασταύρωση

/ði̯aˈsta.vɾo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τομή ενός δρόμου με άλλον Βικιλεξικό
  2. συνάντηση ατόμων ή αντικειμένων που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηο τόπος συνάντησης δύο δρόμων ή ατόμων Βικιλεξικό
  4. για πληροφορίεςη σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου Βικιλεξικό
  5. στρατιωτικός όροςανταλλαγή πυροβολισμών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασταύρωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διασταύρωσις (μαρτυρείται από το 1861) < ελληνιστική κοινή διασταυρόω / διασταυρῶ (οχυρώνω με φράχτη, με πασσάλους) + -σις > -ση :* για τη «διασταύρωση δρόμων» και την «επιμειξία» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική croisement :* για την «επαλήθευση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική recoupement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιασταύρωσηδιασταυρώσεις
Γενικήδιασταύρωσηςδιασταυρώσεων
Αιτιατικήδιασταύρωσηδιασταυρώσεις
Κλητικήδιασταύρωσηδιασταυρώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →