διασταύρωση
•
- η τομή ενός δρόμου με άλλον Βικιλεξικό
- συνάντηση ατόμων ή αντικειμένων που κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηο τόπος συνάντησης δύο δρόμων ή ατόμων Βικιλεξικό
- για πληροφορίεςη σύγκριση με άλλες πηγές ώστε να εξακριβωθεί ή να επαληθευθεί η ορθότητα, η αλήθεια κάποιου στοιχείου Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςανταλλαγή πυροβολισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασταύρωση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διασταύρωσις (μαρτυρείται από το 1861) < ελληνιστική κοινή διασταυρόω / διασταυρῶ (οχυρώνω με φράχτη, με πασσάλους) + -σις > -ση :* για τη «διασταύρωση δρόμων» και την «επιμειξία» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική croisement :* για την «επαλήθευση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική recoupement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασταύρωση | διασταυρώσεις |
| Γενική | διασταύρωσης | διασταυρώσεων |
| Αιτιατική | διασταύρωση | διασταυρώσεις |
| Κλητική | διασταύρωση | διασταυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →