διαστημάνθρωπος
•
- αστροναύτης Βικιλεξικό
- φανταστικό πλάσμα από το διάστημα ή άλλο πλανήτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαστημάνθρωπος < διάστημ(α) + άνθρωπος, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική spaceman
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαστημάνθρωπος | διαστημάνθρωποι |
| Γενική | διαστημάνθρωπου / διαστημανθρώπου | διαστημανθρώπων |
| Αιτιατική | διαστημάνθρωπο | διαστημανθρώπους |
| Κλητική | διαστημάνθρωπε | διαστημάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →