Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστολέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήεργαλείο με το οποίο διαστέλλεται κάποια σωματική κοιλότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαστολέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαστολεύς < αρχαία ελληνική διαστέλλω < (διά) δια- + στέλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαστολέαςδιαστολείς
Γενικήδιαστολέα / διαστολέωςδιαστολέων
Αιτιατικήδιαστολέαδιαστολείς
Κλητικήδιαστολέαδιαστολείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →