Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαστροφέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που διαστρέφει, που προκαλεί διαστροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαστροφέας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαστροφεύς < αρχαία ελληνική διαστρέφω. Μορφολογικά αναλύεται σε (διά) δια- + στροφέας (στρέφω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαστροφέαςδιαστροφείς
Γενικήδιαστροφέα / διαστροφέωςδιαστροφέων
Αιτιατικήδιαστροφέαδιαστροφείς
Κλητικήδιαστροφέαδιαστροφείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →