διασυνδικαλιστικός
•
- που αφορά τη συνεργασία, τον συντονισμό ή τη συλλογική δράση περισσότερων του ενός συνδικαλιστικών οργανώσεων, με σκοπό την κοινή εκπροσώπηση ή την προώθηση κοινών αιτημάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασυνδικαλιστικός < δια- + συνδικαλιστικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intersyndical)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασυνδικαλιστικός | διασυνδικαλιστική | διασυνδικαλιστικό |
| Γενική | διασυνδικαλιστικού | διασυνδικαλιστικής | διασυνδικαλιστικού |
| Αιτιατική | διασυνδικαλιστικό | διασυνδικαλιστική | διασυνδικαλιστικό |
| Κλητική | διασυνδικαλιστικέ | διασυνδικαλιστική | διασυνδικαλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διασυνδικαλιστικοί | διασυνδικαλιστικές | διασυνδικαλιστικά |
| Γενική | διασυνδικαλιστικών | διασυνδικαλιστικών | διασυνδικαλιστικών |
| Αιτιατική | διασυνδικαλιστικούς | διασυνδικαλιστικές | διασυνδικαλιστικά |
| Κλητική | διασυνδικαλιστικοί | διασυνδικαλιστικές | διασυνδικαλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →