Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διασυνοριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συμβαίνει ή βρίσκεται στο σύνορο κάποιων κρατών (ή περιοχών) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διασυνοριακός < δια- + συνοριακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική transboundary / transfrontier)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασυνοριακόςδιασυνοριακήδιασυνοριακό
Γενικήδιασυνοριακούδιασυνοριακήςδιασυνοριακού
Αιτιατικήδιασυνοριακόδιασυνοριακήδιασυνοριακό
Κλητικήδιασυνοριακέδιασυνοριακήδιασυνοριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιασυνοριακοίδιασυνοριακέςδιασυνοριακά
Γενικήδιασυνοριακώνδιασυνοριακώνδιασυνοριακών
Αιτιατικήδιασυνοριακούςδιασυνοριακέςδιασυνοριακά
Κλητικήδιασυνοριακοίδιασυνοριακέςδιασυνοριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →