διασωληνώνω
•
- ιατρικήεισάγω ειδικό σωληνάκι στο λάρυγγα ασθενούς, προκειμένου να του διευκολύνω την αναπνοή Βικιλεξικό
- ιατρικήπαροχετεύω τα υγρά ενός τραύματος με ειδικό σωληνάκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασωληνώνω < δια- + σωλήνας + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διασωληνώνω | διασωληνώνεις | διασωληνώνει | διασωληνώνουμε | διασωληνώνετε | διασωληνώνουν / διασωληνώνουνε |
| Παρατατικός | διασωλήνωνα | διασωλήνωνες | διασωλήνωνε | διασωληνώναμε | διασωληνώνατε | διασωλήνωναν / διασωληνώναν / διασωληνώνανε |
| Αόριστος | διασωλήνωσα | διασωλήνωσες | διασωλήνωσε | διασωληνώσαμε | διασωληνώσατε | διασωλήνωσαν / διασωληνώσαν / διασωληνώσανε |
| Μέλλοντας | θα διασωληνώνω / θα διασωληνώσω | θα διασωληνώνεις / θα διασωληνώσεις | θα διασωληνώνει / θα διασωληνώσει | θα διασωληνώνουμε / θα διασωληνώσουμε | θα διασωληνώνετε / θα διασωληνώσετε | θα διασωληνώνουν / θα διασωληνώνουνε / θα διασωληνώσουν / θα διασωληνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διασωληνώσει | έχεις διασωληνώσει | έχει διασωληνώσει | έχουμε διασωληνώσει | έχετε διασωληνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διασωληνώσει | είχες διασωληνώσει | είχε διασωληνώσει | είχαμε διασωληνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διασωληνώσει / να διασωληνώνω / να διασωληνώσω | να έχεις διασωληνώσει / να διασωληνώνεις / να διασωληνώσεις | να έχει διασωληνώσει / να διασωληνώνει / να διασωληνώσει | να έχουμε διασωληνώσει / να διασωληνώνουμε / να διασωληνώσουμε | να έχετε διασωληνώσει / να διασωληνώνετε / να διασωληνώσετε | να διασωληνώνουν / να διασωληνώνουνε / να διασωληνώσουν / να διασωληνώσουνε |
| Προστακτική | — | διασωλήνωνε / διασωλήνωσε | — | — | διασωληνώνετε / διασωληνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →