διασύνδεση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διασυνδέω Βικιλεξικό
- η σύνδεση μεταξύ πολλών διαφορετικών πραγμάτων, εννοιών, κλπ Βικιλεξικό
- πληροφορικήμερικές φορές (ανάλογα με το περιεχόμενο) αναφέρεται στην διεπαφή (interface) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διασύνδεση < δια- + σύνδεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διασύνδεση | διασυνδέσεις |
| Γενική | διασύνδεσης | διασυνδέσεων |
| Αιτιατική | διασύνδεση | διασυνδέσεις |
| Κλητική | διασύνδεση | διασυνδέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →