διατέμνω
•
- διαχωρίζω, χωρίζω στη μέση Βικιλεξικό
- κόβω κάτι στα δύο Βικιλεξικό
- διασχίζω, διαπερνώ μια περιοχή Βικιλεξικό
- φέρω την διατέμνουσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατέμνω < διά + τέμνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →