διατί
•
- λόγιοη αιτία, το γιατί Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαη αιτία, το γιατί Βικιλεξικό
- «κὺρ ὄνε; λέγε μας τὸ διατὶ καὶ πῶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν σου μεγαλεῖα νὰ ζητῇ;»
Ετυμολογία
διατί < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διατί < αρχαία ελληνική φράση διὰ τί
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →