Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοη αιτία, το γιατί Βικιλεξικό
  2. καθαρεύουσαη αιτία, το γιατί Βικιλεξικό
    • «κὺρ ὄνε; λέγε μας τὸ διατὶ καὶ πῶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν σου μεγαλεῖα νὰ ζητῇ;»

Ετυμολογία

διατί < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διατί < αρχαία ελληνική φράση διὰ τί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διατί

σύνδεσμος
•
  1. λόγιογιατί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατί < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διατί < αρχαία ελληνική φράση διὰ τί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

διατί

μόριο
•
  1. λόγιογιατί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατί < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διατί < αρχαία ελληνική φράση διὰ τί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →