διατεταρτημοριακός
•
- που γίνεται ανάμεσα σε κάποια ή όλα τα τεταρτημόρια, αναφέρεται σ’ αυτά ή τα αφορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατεταρτημοριακός < δια- + τεταρτημοριακός < τεταρτημόριο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατεταρτημοριακός | διατεταρτημοριακή | διατεταρτημοριακό |
| Γενική | διατεταρτημοριακού | διατεταρτημοριακής | διατεταρτημοριακού |
| Αιτιατική | διατεταρτημοριακό | διατεταρτημοριακή | διατεταρτημοριακό |
| Κλητική | διατεταρτημοριακέ | διατεταρτημοριακή | διατεταρτημοριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατεταρτημοριακοί | διατεταρτημοριακές | διατεταρτημοριακά |
| Γενική | διατεταρτημοριακών | διατεταρτημοριακών | διατεταρτημοριακών |
| Αιτιατική | διατεταρτημοριακούς | διατεταρτημοριακές | διατεταρτημοριακά |
| Κλητική | διατεταρτημοριακοί | διατεταρτημοριακές | διατεταρτημοριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →