διατηρησιμότητα
•
- η ικανότητα κάποιου να μπορεί να είναι διατηρήσιμος, να μπορεί να διατηρηθεί Βικιλεξικό
- Η εξασφάλιση της διατηρησιμότητας του πλεονάσματος για τα επόμενα χρόνια και η επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. (*)
Ετυμολογία
διατηρησιμότητα < διατηρήσιμος + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διατηρησιμότητα | διατηρησιμότητες |
| Γενική | διατηρησιμότητας | διατηρησιμοτήτων |
| Αιτιατική | διατηρησιμότητα | διατηρησιμότητες |
| Κλητική | διατηρησιμότητα | διατηρησιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →