διατμητικός
•
- που έχει σχέση με τη διάτμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατμητικός < διάτμηση + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατμητικός | διατμητική | διατμητικό |
| Γενική | διατμητικού | διατμητικής | διατμητικού |
| Αιτιατική | διατμητικό | διατμητική | διατμητικό |
| Κλητική | διατμητικέ | διατμητική | διατμητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατμητικοί | διατμητικές | διατμητικά |
| Γενική | διατμητικών | διατμητικών | διατμητικών |
| Αιτιατική | διατμητικούς | διατμητικές | διατμητικά |
| Κλητική | διατμητικοί | διατμητικές | διατμητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →