διατοιχίζω
•
- κτίζω ενδιάμεσο τοίχο χωρίζοντας ένα χώρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατοιχίζω < δια- + τοιχίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διατοιχίζω | διατοιχίζεις | διατοιχίζει | διατοιχίζουμε | διατοιχίζετε | διατοιχίζουν / διατοιχίζουνε |
| Παρατατικός | διατοίχιζα | διατοίχιζες | διατοίχιζε | διατοιχίζαμε | διατοιχίζατε | διατοίχιζαν / διατοιχίζαν / διατοιχίζανε |
| Αόριστος | διατοίχισα | διατοίχισες | διατοίχισε | διατοιχίσαμε | διατοιχίσατε | διατοίχισαν / διατοιχίσαν / διατοιχίσανε |
| Μέλλοντας | θα διατοιχίζω / θα διατοιχίσω | θα διατοιχίζεις / θα διατοιχίσεις | θα διατοιχίζει / θα διατοιχίσει | θα διατοιχίζουμε / θα διατοιχίσουμε | θα διατοιχίζετε / θα διατοιχίσετε | θα διατοιχίζουν / θα διατοιχίζουνε / θα διατοιχίσουν / θα διατοιχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διατοιχίσει | έχεις διατοιχίσει | έχει διατοιχίσει | έχουμε διατοιχίσει | έχετε διατοιχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διατοιχίσει | είχες διατοιχίσει | είχε διατοιχίσει | είχαμε διατοιχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διατοιχίσει / να διατοιχίζω / να διατοιχίσω | να έχεις διατοιχίσει / να διατοιχίζεις / να διατοιχίσεις | να έχει διατοιχίσει / να διατοιχίζει / να διατοιχίσει | να έχουμε διατοιχίσει / να διατοιχίζουμε / να διατοιχίσουμε | να έχετε διατοιχίσει / να διατοιχίζετε / να διατοιχίσετε | να διατοιχίζουν / να διατοιχίζουνε / να διατοιχίσουν / να διατοιχίσουνε |
| Προστακτική | — | διατοίχιζε / διατοίχισε | — | — | διατοιχίζετε / διατοιχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →