διατομίτης
•
- γεωλογίαιζηματογενές πέτρωμα που σχηματίζεται από τη συσσώρευση απολιθωμένων διατόμων· έχει πλήθος εφαρμογών ως πληρωτικό υλικό, υλικό διήθησης, μονωτικό, γυαλιστικό, φυσικό παρασιτοκτόνο κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατομίτης < ελληνιστική κοινή Διατομῖται < αρχαία ελληνική διατομή < διατέμνω < διά + τέμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομίτης | διατομίτες |
| Γενική | διατομίτη | διατομιτών |
| Αιτιατική | διατομίτη | διατομίτες |
| Κλητική | διατομίτη | διατομίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →