διατομεακός
•
- λόγιοπου αφορά τη συντονισμένη σύμπραξη ή αλληλεπίδραση δύο ή περισσότερων διακριτών τομέων δραστηριότητας, με σκοπό την από κοινού αντιμετώπιση ενός ζητήματος ή την επίτευξη κοινού στόχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατομεακός < δια- + τομεακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική intersectoral)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομεακός | διατομεακή | διατομεακό |
| Γενική | διατομεακού | διατομεακής | διατομεακού |
| Αιτιατική | διατομεακό | διατομεακή | διατομεακό |
| Κλητική | διατομεακέ | διατομεακή | διατομεακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομεακοί | διατομεακές | διατομεακά |
| Γενική | διατομεακών | διατομεακών | διατομεακών |
| Αιτιατική | διατομεακούς | διατομεακές | διατομεακά |
| Κλητική | διατομεακοί | διατομεακές | διατομεακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →