Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατομεακότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλληλεπικάλυψη θεμάτων από διαφορετικούς τομείς Βικιλεξικό
    • Στο εισαγωγικό κεφάλαιο υπό στοιχείο Α. περιγράφεται η πορεία διαμόρφωσης του δικαίου περιβάλλοντος στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με επιμέρους αναφορές στη Γερμανία, πορεία που εξηγεί την πολυδιάσπαση και τη διατομεακότητα του δικαίου περιβάλλοντος. (Η έννοια του σχεδιασμού στην εφαρμογή των περιβαλλοντικών μέτρων: στρατηγική, ρυθμιστικές μέθοδοι και οικονομικά εργαλεία, Γεώργιος Χριστόδουλος Σμπώκος, 2010, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών)
  2. κλάδος του φεμινισμού που προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοεπικαλύπτονται οι διάφορες πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής διάκρισης με το φύλο, η διαθεματικότητα Βικιλεξικό
    • Πολλές πανεπιστημιακές φεμινίστριες σήμερα δοξολογούν τη δυνατότητα επιλογής, αλλά επίσης ασπάζονται έναν πολιτιστικό σχετικισμό υπαγορευόμενο από τις επιταγές της διατομεακότητας (Γιατί οι γυναίκες χαίρονταν περισσότερο το σεξ στον σοσιαλισμό, 18 Αυγούστου 2017, Νίκος Σαραντάκος)

Ετυμολογία

διατομεακότητα < αγγλική intersectionality / δια- + τομεακός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιατομεακότηταδιατομεακότητες
Γενικήδιατομεακότηταςδιατομεακοτήτων
Αιτιατικήδιατομεακότηταδιατομεακότητες
Κλητικήδιατομεακότηταδιατομεακότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →