διατομικός
•
- χημείαπου αναφέρεται σε μόριο αποτελούμενο από δύο άτομα, είτε όμοια είτε διαφορετικά Βικιλεξικό
- γενικότεραπου αφορά σχέση ή αλληλεπίδραση μεταξύ δύο προσώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατομικός < δι- + ατομικός ((χημεία): μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική diatomic ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική diatomique)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομικός | διατομική | διατομικό |
| Γενική | διατομικού | διατομικής | διατομικού |
| Αιτιατική | διατομικό | διατομική | διατομικό |
| Κλητική | διατομικέ | διατομική | διατομικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διατομικοί | διατομικές | διατομικά |
| Γενική | διατομικών | διατομικών | διατομικών |
| Αιτιατική | διατομικούς | διατομικές | διατομικά |
| Κλητική | διατομικοί | διατομικές | διατομικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →