Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διατονικός

/ði̯a.to.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου αφορά την μουσική κλίμακα ή το σύστημα που χαρακτηρίζεται από τη διαδοχή τόνων και ημιτονίων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διατονικός < ελληνιστική κοινή διατονικός < διάτονος < αρχαία ελληνική διά + τείνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατονικόςδιατονικήδιατονικό
Γενικήδιατονικούδιατονικήςδιατονικού
Αιτιατικήδιατονικόδιατονικήδιατονικό
Κλητικήδιατονικέδιατονικήδιατονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιατονικοίδιατονικέςδιατονικά
Γενικήδιατονικώνδιατονικώνδιατονικών
Αιτιατικήδιατονικούςδιατονικέςδιατονικά
Κλητικήδιατονικοίδιατονικέςδιατονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →