διατρέφομαι
•
- διατρέφω τον εαυτό μου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεξασφαλίζω τα αναγκαία για να ζήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατρέφομαι: παθητική φωνή του ρήματος διατρέφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διατρέφομαι | διατρέφεσαι | διατρέφεται | διατρεφόμαστε | διατρέφεστε | διατρέφονται |
| Παρατατικός | διατρεφόμουν / διατρεφόμουνα | διατρεφόσουν / διατρεφόσουνα | διατρεφόταν / διατρεφότανε | διατρεφόμασταν / διατρεφόμαστε | διατρεφόσασταν / διατρεφόσαστε | διατρέφονταν / διατρεφόντουσαν |
| Αόριστος | διατράφηκα | διατράφηκες | διατράφηκε | διατραφήκαμε | διατραφήκατε | διατράφηκαν / διατραφήκαν / διατραφήκανε |
| Μέλλοντας | θα διατρέφομαι / θα διατραφώ | θα διατρέφεσαι / θα διατραφείς | θα διατρέφεται / θα διατραφεί | θα διατραφούμε / θα διατρεφόμαστε | θα διατρέφεστε / θα διατραφείτε | θα διατρέφονται / θα διατραφούν / θα διατραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω διατραφεί | έχεις διατραφεί | έχει διατραφεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διατραφεί | είχες διατραφεί | είχε διατραφεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διατραφεί / να διατρέφομαι / να διατραφώ | να έχεις διατραφεί / να διατρέφεσαι / να διατραφείς | να έχει διατραφεί / να διατρέφεται / να διατραφεί | να διατραφούμε / να διατρεφόμαστε | να διατρέφεστε / να διατραφείτε | να διατρέφονται / να διατραφούν / να διατραφούνε |
| Προστακτική | — | διαθρέψου / διατρέφου | — | — | διατρέφεστε / διατραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →