διατρέχω
•
- διασχίζω Βικιλεξικό
- βρίσκομαι σε νοερή γραμμή, εκτείνομαι κατά μήκος Βικιλεξικό
- διανύω χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διατρέχω < αρχαία ελληνική διατρέχω < διά + τρέχω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική parcourir )
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διατρέχω | διατρέχεις | διατρέχει | διατρέχουμε | διατρέχετε | διατρέχουν / διατρέχουνε |
| Παρατατικός | διέτρεχα | διέτρεχες | διέτρεχε | διατρέχαμε | διατρέχατε | διέτρεχαν / διατρέχαν / διατρέχανε |
| Αόριστος | διέτρεξα | διέτρεξες | διέτρεξε | διατρέξαμε | διατρέξατε | διέτρεξαν / διατρέξαν / διατρέξανε |
| Μέλλοντας | θα διατρέξω / θα διατρέχω | θα διατρέξεις / θα διατρέχεις | θα διατρέξει / θα διατρέχει | θα διατρέξουμε / θα διατρέχουμε | θα διατρέξετε / θα διατρέχετε | θα διατρέξουν / θα διατρέξουνε / θα διατρέχουν / θα διατρέχουνε |
| Παρακείμενος | έχω διατρέξει | έχεις διατρέξει | έχει διατρέξει | έχουμε διατρέξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διατρέξει | είχες διατρέξει | είχε διατρέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διατρέξει / να διατρέξω / να διατρέχω | να έχεις διατρέξει / να διατρέξεις / να διατρέχεις | να έχει διατρέξει / να διατρέξει / να διατρέχει | να έχουμε διατρέξει / να διατρέξουμε / να διατρέχουμε | να διατρέξετε / να διατρέχετε | να διατρέξουν / να διατρέξουνε / να διατρέχουν / να διατρέχουνε |
| Προστακτική | — | διάτρεξε / διάτρεχε | — | — | διατρέξτε / διατρέχετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →