διατυπωμένος
•
- που έχει διατυπωθεί Βικιλεξικό
- Αρχή ελευθερίας που αναγνωρίζει η ελληνική εμπειρία του Κόσμου από την αρχή της ιστορίας της, διατυπωμένη στον λόγο της, ακριβώς στο προοίμιο της Οδύσσειας, εκεί δηλαδή που προσδιορίζεται η κεντρική αρχή που διέπει την αφήγηση:... (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 https://www.antibaro.gr/article/38135)
Ετυμολογία
διατυπωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου διατυπώνω
Άλλοι τύποι
διατυπωμέναδιατυπωμένεδιατυπωμένεςδιατυπωμένηδιατυπωμένηςδιατυπωμένοδιατυπωμένοιδιατυπωμένοςδιατυπωμένουδιατυπωμένουςδιατυπωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →