διαφάνεια
•
- η ιδιότητα του υλικού που επιτρέπει να φαίνονται αντικείμενα που βρίσκονται πίσω ή μέσα σε αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι συνθήκες και οι διαδικασίες που επιτρέπουν να γίνεται φανερός ο τρόπος διαχείρισης Βικιλεξικό
- η επιφάνεια από διαφανές υλικό στο οποίο μπορεί να τυπωθεί κάτι και να προβληθεί επάνω σε επίπεδη επιφάνεια με τη χρήση προβολέα Βικιλεξικό
- πληροφορικήη σελίδα, σε προγράμματα που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία παρουσιάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφάνεια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαφάνεια :* για σύγχρονες σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική transparence
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφάνεια | διαφάνειες |
| Γενική | διαφάνειας | διαφανειών |
| Αιτιατική | διαφάνεια | διαφάνειες |
| Κλητική | διαφάνεια | διαφάνειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →