Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφαίνομαι

ρήμα
•
  1. λόγιοαρχίζω να γίνομαι ορατός, φαίνομαι, διαγράφομαι, διακρίνομαι Βικιλεξικό
    • Ήδη, διαφαίνεται ότι έχουμε μια γενιά 60ρηδων, που ξοδεύει τα «φράγκα» της – εκτός των άλλων – για να αισθάνεται νεώτερη, ενώ οι νέοι, όπως πάει το πράγμα, θα γερνάνε πριν την ώρα τους πληρώνοντας τους «τζερεμέδες». (Από τους 60άρηδες στους… 40άρηδες, kozanilife.gr, 13/05/2013 https://www.kozanilife.gr/2013/05/13/arthro-panagiotis-tsioukras/)
  2. για κάτι που με δυσκολία μπορεί κάποιος να το διακρίνει με το μάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφαίνομαι < αρχαία ελληνική διαφαίνομαι < δια- + φαίνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →