διαφανώς
•
- με διαφανή τρόπο: ώστε κάτι να είναι ορατό, καθαρό, φανερό σε όλους Βικιλεξικό
- η επιλογή θα γίνει διαφανώς και μετά από δημόσιο διάλογο
- πληροφορικήμε διαφανή τρόπο: για αλλαγή σε λειτουργία που δεν γίνεται αντιληπτή από το χρήστη ή από άλλη εφαρμογή, άλλη συνάρτηση του κώδικα κλπ. Βικιλεξικό
- το πρωτόκολλο ασφάλειας μπορεί να χρησιμοποιηθεί διαφανώς για την μεταφορά των δεδομένων
Ετυμολογία
διαφανώς < διαφανής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →