Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφημιστικό

/ði.a.fi.mi.stiˈko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. διαφήμιση, σε έντυπη η άλλη μορφή Βικιλεξικό
    • Παραβάλετε διαφημιστικό μήνυμα

Ετυμολογία

διαφημιστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαφημιστικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιαφημιστικόδιαφημιστικά
Γενικήδιαφημιστικούδιαφημιστικών
Αιτιατικήδιαφημιστικόδιαφημιστικά
Κλητικήδιαφημιστικόδιαφημιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →