διαφημιστικό
•
- διαφήμιση, σε έντυπη η άλλη μορφή Βικιλεξικό
- Παραβάλετε διαφημιστικό μήνυμα
Ετυμολογία
διαφημιστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου διαφημιστικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφημιστικό | διαφημιστικά |
| Γενική | διαφημιστικού | διαφημιστικών |
| Αιτιατική | διαφημιστικό | διαφημιστικά |
| Κλητική | διαφημιστικό | διαφημιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →