Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφημιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη διαφήμιση Βικιλεξικό
    • διαφημιστικές καταχωρίσεις στον τύπο· διαφημιστικές πινακίδες στο δρόμο
    • Χωρίς πλαστικές σημαιούλες, ανεξέλεγκτες αφισοκολλήσεις, αεροπανό, σπρέι και άλλα διαφημιστικά «όπλα» θα διεξαχθεί η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, η οποία ξεκίνησε επίσημα στις 9 Αυγούστου, σύμφωνα με εγκύκλιο που εξέδωσε το υπουργείο Εσωτερικών η οποία καθορίζει τις χρήσεις των χώρων.

Ετυμολογία

διαφημιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφημιστικόςδιαφημιστικήδιαφημιστικό
Γενικήδιαφημιστικούδιαφημιστικήςδιαφημιστικού
Αιτιατικήδιαφημιστικόδιαφημιστικήδιαφημιστικό
Κλητικήδιαφημιστικέδιαφημιστικήδιαφημιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφημιστικοίδιαφημιστικέςδιαφημιστικά
Γενικήδιαφημιστικώνδιαφημιστικώνδιαφημιστικών
Αιτιατικήδιαφημιστικούςδιαφημιστικέςδιαφημιστικά
Κλητικήδιαφημιστικοίδιαφημιστικέςδιαφημιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →