διαφορικό
•
- μηχανισμός μετάδοσης κίνησης στους τροχούς ενός οχήματος Βικιλεξικό
- αυτοκίνητο με διπλό διαφορικό
- μαθηματικάπάρα πολύ μικρή μεταβολή μιας συνάρτησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφορικό < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορικό | διαφορικά |
| Γενική | διαφορικού | διαφορικών |
| Αιτιατική | διαφορικό | διαφορικά |
| Κλητική | διαφορικό | διαφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →