διαφορικός
•
- ο αναφερόμενος σε διαφορές, που μελετά διαφορές Βικιλεξικό
- αμοιβή διαφορική λόγω φύλου
- διαφορικός λογισμός, κλάδος των ανώτερων μαθηματικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαφορικός < -ή, -ό επίθ. (διαφορά)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορικός | διαφορική | διαφορικό |
| Γενική | διαφορικού | διαφορικής | διαφορικού |
| Αιτιατική | διαφορικό | διαφορική | διαφορικό |
| Κλητική | διαφορικέ | διαφορική | διαφορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | διαφορικοί | διαφορικές | διαφορικά |
| Γενική | διαφορικών | διαφορικών | διαφορικών |
| Αιτιατική | διαφορικούς | διαφορικές | διαφορικά |
| Κλητική | διαφορικοί | διαφορικές | διαφορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →