Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αναφερόμενος σε διαφορές, που μελετά διαφορές Βικιλεξικό
    • αμοιβή διαφορική λόγω φύλου
  2. διαφορικός λογισμός, κλάδος των ανώτερων μαθηματικών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαφορικός < -ή, -ό επίθ. (διαφορά)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφορικόςδιαφορικήδιαφορικό
Γενικήδιαφορικούδιαφορικήςδιαφορικού
Αιτιατικήδιαφορικόδιαφορικήδιαφορικό
Κλητικήδιαφορικέδιαφορικήδιαφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαφορικοίδιαφορικέςδιαφορικά
Γενικήδιαφορικώνδιαφορικώνδιαφορικών
Αιτιατικήδιαφορικούςδιαφορικέςδιαφορικά
Κλητικήδιαφορικοίδιαφορικέςδιαφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →